Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναταλί Χατζηαντωνίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναταλί Χατζηαντωνίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

"Η αφόρητη ελληνικότητα", ο Κασιμάτης, ο Τσιντσίνης και ο Μπαχ

*
Ανασυγκρότηση
***
*

Συγγνώμη αγαπητή «Καθημερινή»,
αλλά καλύτερα για τσίπουρα με τον Πολάκη

Να μην κλαίει δυνατά στις κηδείες.
Να μη γελάει θορυβωδώς στις παρέες.
Να μην εκφράζει τα συναισθήματά του.
Να μην ακούει ό,τι κι ό,τι. Να μη διαβάζει ό,τι κι ό,τι.
Να μην κάνει παρέα με όποιον θέλει.
Να μη φοράει ό,τι θέλει. Να μην τρώει κοκορέτσι. 
Ούτε σκόρδο.
Εδώ οφείλεις να ακολουθήσεις νόρμες και κανόνες πτωχέ, αμόρφωτε και λαϊκέ Ελληνίσκο (πιφ!)...

Της Ναταλί Χατζηαντωνίου

Τελικώς πώς πρέπει να είναι ο σωστός ο Ευρωπαίος (που δευτερευόντως μπορεί και να κατοικεί στην Ελλάδα και να έχει ελληνική υπηκοότητα); Πώς οφείλει να μοιάζει και να συμπεριφέρεται ο σωστός Ευρωπαίος, ο καραμπουζουκλής; (Ουπς λάθος, «ο αξιοπρεπής» εννοούσα). Ξεχάστε από τη γλωσσολογία μέχρι την κοινωνιολογία και την ψυχολογία και από την ιστορία βέβαια μέχρι τη γεωγραφία, όλη αυτή τη σειρά επιστημών που χρόνια τώρα ερευνούν τους παράγοντες για τη διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός λαού (από τα φωνήματα μέχρι την ψυχοσύνθεση). Όχι. Ο σωστός ο Ευρωπαίος έχει το… «Άβαταρ» του κι ευτυχώς υπάρχει μία σειρά ορκισμένων αρθρογράφων να μας υπενθυμίζουν τακτικότατα τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται βάσει του ιδανικού (τους) μοντέλου, κατακεραυνώνοντας οποιονδήποτε και οτιδήποτε διολισθαίνει κατά την άποψή τους. Μια μόνο λεπτομερειούλα: αυτό που περιγράφουν δεν είναι το πρότυπο ενός αξιοπρεπούς πολίτη γενικώς. Δεν είναι ένα αντίδοτο στο λαϊκισμό από τον οποίο πράγματι πάσχει ή τον οποίο αμολάει ανεξέλεγκτο παντού ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού αυτής της χώρας. Είναι μία απολύτως προσωπική εμμονή, μια ψευδαίσθηση, ένας προσωπικός Φρανκεστάιν που προβάλλεται ως πρότυπο Ευρωπαίου πολίτη.

Σ’ αυτή τους την προσπάθεια βέβαια τέτοιοι αρθρογράφοι-σχολιαστές παραβιάζουν κάθε τόσο και τελικώς ποινικοποιούν το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα ή στη διαφοροποίηση και την ελεύθερη επιλογή - πράγμα που ο σωστός ο Ευρωπαίος θα τους έλεγε ότι.. «ce n’ est pas juste mon ami», σε άψογη γαλλική, αυτή του Διαφωτισμού. Αλλά δε βαριέσαι. Το θέμα είναι να υποστηριχτεί ένα (γκροτέσκο, κλινικό και άχρωμο) μοντέλο πανευρωπαϊκής αστικής συμπεριφοράς, δημιουργημένο φοβάμαι από μια σειρά κλισέ που έχουν καρφωθεί στο μυαλό όσων υπογράφουν τέτοια κείμενα. Το γεγονός ότι αυτό που τελικώς προτείνουν ενδέχεται να είναι και παράλογο ή υπέρβαση των εσκαμμένων ή και ένδειξη ενός απύθμενου, άπατου, σκοτεινού αισθήματος κατωτερότητας και μιας κακώς εννοούμενης «επαρχιώτικης» αντίληψης δεν παίζει κανένα ρόλο…

Comme il faut πένθος!

Για να εξηγηθώ καλύτερα παραθέτω δύο τέτοιες περιπτώσεις, πολύ πρόσφατων άρθρων, άσχετων μεταξύ τους, με μόνο κοινό τη δημοσίευσή τους στην εφημερίδα «Καθημερινή». Στο ένα ο Στέφανος Κασιμάτης ειρωνευόταν με απαρέσκεια λόρδου τη θλίψη της διευθύντριας του Ε.Μ.Σ.Τ. Κατερίνας Κοσκινά στην κηδεία του Γιάννη Κουνέλλη στη Ρώμη. «Πάντως», έγραφε σε σχόλιο που είχε τον τίτλο «Η μοιρολογίστρα στην κηδεία», «το ελληνικό Δημόσιο μερίμνησε (ατύπως) για την καλλιτεχνική επιμέλεια, και μάλιστα κατά τρόπο που υπενθύμιζε την ανυπόφορη ελληνικότητα, αυτή από την οποία ο νεκρός είχε ξεφύγει όχι μόνο ως νεκρός, αλλά και όσο ζούσε. Την είχε αναλάβει η διευθύντρια του ΕΜΣΤ, κυρία Κατερίνα Κοσκινά, η οποία με τους αδιάκοπους και ηχηρούς γόους του θρήνου της έσπαζε τη ζοφερή αλλά αξιοπρεπή ατμόσφαιρα της κηδείας. Το μοιρολόγι της ήταν μια χρήσιμη υπενθύμιση σε όλους ότι υπάρχουν φορές που η ζωή είναι τόσο ανυπόφορη ώστε και αυτός ο θάνατος μοιάζει με λύτρωση...».

Μία απαραίτητη πληροφορία: Η Κοσκινά υπήρξε στενή φίλη και συνεργάτις του Κουνέλλη. Ωστόσο οι λυγμοί της -αν υπήρξαν- δεν ήταν κατά τον αρθρογράφο καθόλου comme il faut. Έπασχαν από «ανυπόφορη ελληνικότητα» που διατάρασσε το αξιοπρεπές κλίμα της ευρωπαϊκού επιπέδου κηδείας. Εδώ τι άλλο να πει κανείς; Το αυτονόητο; Ότι η απόπειρα ποινικοποίησης της έκφρασης του συναισθήματος και μάλιστα σε μία περίσταση πένθους είναι ένδειξη προσωπικού προβλήματος του σχολιαστή, κόμπλεξ ενδεχομένως -και πάντως όχι ευρωπαϊκού πνεύματος;

Τουριστικές…οδηγίες!

Το άλλο σχόλιο στην ίδια εφημερίδα ήταν του κυρίου Τσιντσίνη που ξεκινούσε με μία πολύ αμφιλεγόμενη κατάφαση: «Ο​τιδήποτε κάνει ο πρωθυπουργός είναι πολιτικό. Δεν κάνει τίποτε έτσι, χωρίς νόημα. Έχουν πολιτικό νόημα ακόμη και οι πιο ιδιωτικές από τις ιδιωτικές στιγμές του. Ακόμη και οι διακοπές του». Ποιος ήταν ο στόχος του αρθρογράφου; Να κατακεραυνώσει τον πρωθυπουργό γιατί επέλεξε να περάσει το τριήμερό του με παρέα στην Αίγινα στην οποία συμμετείχε κι ο Παύλος Πολάκης! (η φωτογραφία από το aixmi.gr).

Διότι, «τί μας λέει για τον πρωθυπουργό ότι, στις λίγες ώρες που έχει για να ξεκουραστεί, συγχρωτίζεται με τον Πολάκη;». Για πείτε μας τι μας λέει; Μήπως ότι στις ιδιωτικές του στιγμές ο πρωθυπουργός έχει δικαίωμα να κάνει παρέα με όποιον θέλει χωρίς να ερωτάται ο κύριος Τσιντσίνης; Όμως όχι. Ο σωστός ο Ευρωπαίος ο πολιτικός οφείλει να είναι alert και ως προς το image των διακοπών του. Το γεγονός βέβαια ότι αρκετοί Έλληνες πολιτικοί συγχρωτίστηκαν κατά καιρούς στις ιδιωτικές στιγμές τους με κατοπινούς υποδίκους είναι ψιλά γράμματα. Εδώ το μεμπτόν είναι η παρέα του Πρωθυπουργού μ΄ ένα κυβερνητικό του στέλεχος! Εξηγούμαι: θεωρώ ότι ο κύριος Πολάκης στην υπουργική και δημόσια εικόνα του κάνει ό,τι μπορεί για να εξυπηρετήσει το άλλο είδος αυτού του ξέφρενου και, συχνά, λαϊκίστικου παρορμητισμού. Αλλά από εκεί μέχρι να θεωρήσεις ότι έχεις το δικαίωμα να κατακρίνεις τον Τσίπρα γιατί τον κάνει παρέα ή χειρότερα να θεωρείς ότι έχεις εσύ δικαίωμα να αποφαίνεσαι με ποιον θα πρέπει να κάνει παρέα, υπάρχει τεράστια απόσταση…

Ούτε κι ο Μπαχ είναι... Μπαχ!

Σ΄αυτό το περίκλειστο, κλινικό, προτεσταντικό, δήθεν πολιτισμένο, δήθεν ευρωπαϊκό σχήμα στο οποίο οι ιδιοσυστασίες απαγορεύονται δια ροπάλου και η οποιαδήποτε «λαϊκή» επιλογή ενοχοποιείται, έχουν κι άλλοι αρθρογράφοι διαπρέψει. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος π.χ. που κατατρύχεται από ένα μόνιμο τεράστιο άγχος για το τι δικαιολογεί και τι όχι η εικόνα ενός λόγιου καθωσπρέπει Ευρωπαίου αστού. Απαντά συχνά με υπαινιγμούς. Εφόσον όπως έχει γράψει π.χ. (σε τρία διαφορετικά του κείμενα) «ο Τσιτσάνης δεν είναι Μπαχ», αλλά ούτε ο «Κηλαηδόνης ήταν Μπαχ» κι εμείς «ζούσαμε πιστεύοντας πως το ρεμπέτικο είναι περίπου Μπαχ», καλά πάθαμε ό,τι πάθαμε. Και πώς θα συνέλθουμε και θα ξαναγίνουμε Ευρώπη; «Αν πετάξουμε στα σκουπίδια ό,τι ευτελές μας κληροδότησε η ιστορική αδράνεια της μεταπολίτευσης, την ελαφρολαϊκή μας κλάψα». Ομολογώ ότι μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω στον κύριο Θεοδωρόπουλο ότι στα δικά του κείμενα ούτε κι ο Μπαχ είναι Μπαχ. Αλλά τέλος πάντων..

Αν Ευρώπη κι ευρωπαϊκό πνεύμα είναι τελικώς το resume τέτοιων άρθρων, ένα κλειστοφοβικό μέρος όπου οτιδήποτε λαϊκό είναι εκ προοιμίου ένοχο. Όπου ο μεγάλος Μπαχ οφείλει να αντιπαρατίθεται στον μεγάλο Τσιτσάνη. Όπου απαγορεύεται να πενθείς το φίλο σου με λυγμούς. Όπου στις διακοπές σου πρέπει να είσαι με την «κατάλληλη» παρέα

Εάν Ευρώπη είναι η πλήρης διαστρέβλωση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Η ποινικοποίηση της επιθυμίας, της επιλογής και της ροπής. Η εξορία του συναισθήματος. Το συνεχές καθήκον. Τότε, συγγνώμη, αλλά προτιμώ να πάω για τσίπουρα με τον Πολάκη!
---
πηγή: e-tetradio.gr
---
*

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

... για μια απεργία - για συνταξιούχους με οργανικές θέσεις ...

*
Ανασυγκρότηση
***
*

«…Τώρα κοκορεύεσαι επάνω στον εξώστη /
και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη»


Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για μία απεργία των δημοσιογράφων που έληξε και μία «επανάσταση» που δεν έγινε…

Την είχα γράψει την ιστορία της Μαρίας που ήταν εξαιρετική διορθώτρια σε εφημερίδα, αλλά θα την ξαναγράψω-μέρες που ‘ναι - εν είδει… παραβολής. Η Μαρία λοιπόν που είναι Αριστερή και όχι «ντεμέκ» Αριστερή, πήρε σύνταξη. Αλλά της λείπει η εφημερίδα... Και γι αυτό όταν πιάνει το ρολόι την 7η απογευματινή, την ώρα δηλαδή που η διόρθωση στις εφημερίδες αρχίζει να έχει φουλ-κίνηση, η Μαρία, που καταλαμβάνεται από νοσταλγία, βγαίνει και κάνει βόλτες στο κέντρο. Ζει, βλέπετε, μόνη της. Και βέβαια, αν και συνταξιούχος στη δημοσιογραφία δε σημαίνει σε καμία περίπτωση παροπλισμένος (συχνά σημαίνει το αντίθετο: έμπειρος κι ετοιμοπόλεμος), η Μαρία δεν δέχεται καμία δουλειά αν δεν βεβαιωθεί ότι δεν κόβει οργανική θέση από κάποιον από τους δεκάδες ανέργους συναδέλφους της ή ένα πολύτιμο έσοδο από κάποιον που παλεύει να επιβιώσει…

Πού τη θυμήθηκα τώρα τη Μαρία και μερικούς έντιμους και σιωπηλούς σαν κι εκείνην; Εκ των υστέρων, με αφορμή την άρτι λήξασα απεργία και το περίφημο απεργοσπαστικό φύλλο της Καθημερινής που βγήκε ψηφιακά, με πρόσχημα μεν «το κενό ενημέρωσης σε μία περίοδο, κατά την οποία στη Βουλή συζητείται το ασφαλιστικό νομοσχέδιο», αλλά περιλάμβανε άπασες τις ειδήσεις από διάφορα ρεπορτάζ. Κι αυτό το φύλλο, επειδή η απεργία της ΕΣΗΕΑ είχε αντιμετωπιστεί ως κατά βάθος «φιλοκυβερνητική» (απ΄όσους επέμεναν ότι η έλλειψη ενημέρωσης θα διευκόλυνε τα κυβερνητικά σχέδια για εν κρυπτώ διαπραγματεύσεις και συμφωνίες), χαιρετίστηκε από ορισμένους ως μέγιστη «επαναστατική πράξη στο δημοσιογραφικό χώρο»!

Δεν θα πω για όσους πανικόβλητους συναδέλφους αναγκάστηκαν να δώσουν κείμενα υπό το φόβο του εργοδότη τους. Θα πω όμως για όσους πανηγύρισαν δημοσίως και θεώρησαν φοβερό ηρωισμό και... ακτιβισμό έναντι της κυβέρνησης αλλά και έναντι των συναδέλφων τους να δώσουν κείμενο και μάλιστα ενυπόγραφο (Τι παράξενο! Κάποτε οι απεργοσπάστες ήταν «μυστικοί» και, εάν αποκαλύπτονταν, δαχτυλοδειχτούμενοι και ντροπιασμένοι για πάντα!). Σ΄αυτούς θα πω ότι, όσο κάποιοι υπαινίχθηκαν ότι η απεργία ενδέχεται να εξυπηρέτησε πολιτικές σκοπιμότητες απ΄ τη μια πλευρά, άλλο τόσο η έκδοση ψηφιακού φύλλου εξυπηρέτησε ξεκάθαρα πολιτικές και εκδοτικές σκοπιμότητες απ΄την άλλη και επιπλέον ήταν σε βάρος των έντυπων εφημερίδων και όλου του κλάδου. Νόμιζα ότι και τα πλήγματα και τα αιτήματα μας αφορούν όλους, ακόμα και τους πολλούς που διαφωνήσαμε καθέτως με το timing της απεργίας, αλλά τη σεβαστήκαμε. Ή μήπως όχι; Σ΄αυτούς τους συναδέλφους εύχομαι πάντως ειλικρινά να μην βρεθούν ποτέ στη θέση να ψάχνουν τρόπο να ασφαλιστούν ή να πάρουν επίδομα ανεργίας, γιατί τότε, όπως ξέρουν πια καλά οι 2500 απολυμένοι και οι άπειροι υπο-αμοιβόμενοι δημοσιογράφοι, θα τους κοπεί και η χαρά και η μαγκιά.

Για ποιους άλλους θα πω; Δεν θα πω για όσους δεν εμπιστεύονται απολύτως και πάντα τα κίνητρα της ΕΣΗΕΑ: Συχνά υπήρξε η υπόνοια ότι έπαιξε με τις εξουσίες και τους εργοδότες, συχνά άφησε μετέωρους και παρά τις υποσχέσεις ανθρώπους που βρέθηκαν στο δρόμο, σταθερά δεν έλυνε σοβαρά προβλήματα όπως π.χ. το γεγονός ότι σ΄ όλο τον Τύπο η άδεια λοχείας σημαίνει κενό στα ένσημά μας και ΙΚΑ για όσο διαρκεί. Δεν θα πω για όσους δουλεύουν στις ιστοσελίδες ή δουλεύουν με μπλοκάκια και η ΕΣΗΕΑ χρόνια τώρα δεν τους αναγνωρίζει και δεν τους κατατάσσει στα μέλη της. Αυτοί και φοβισμένοι μπορεί να είναι και δικαιολογημένα μνησίκακοι απέναντι σ΄ ένα Σωματείο που κάνει ότι δεν τους «βλέπει».

Θα πω όμως για ορισμένους απ΄όσους είναι ήδη συνταξιούχοι, με κατοχυρωμένα χρόνια, συνεχίζουν να εργάζονται σε οργανικές θέσεις (με 2.500 ανέργους συναδέλφους και εκατοντάδες εκτός ταμείου και χωρίς κανένα δικαίωμα, στους οποίους -για να το διευκρινίσω και αυτό μια που οι ιδιοτελείς μέσα από το φίλτρο της ιδιοτέλειας θα με διαβάσουν- δεν ανήκω ευτυχώς), έπαιξαν χρόνια τώρα παιχνίδια εξουσίας μέσα στα μούτρα μας και μέσα στα γραφεία μας, χωρίς αιδώ και τώρα πανηγυρίζουν το απεργοσπαστικό φύλλο ως επαναστατικό! Ανθρωποι που για να πάρουν μία θέση εξουσίας ή για να τη διατηρήσουν επιστράτευαν κάθε Μέσο, που έφτασαν να πάρουν σύνταξη (με τη δουλειά και τα χρόνια τους δεν αντιλέγω), που δεν θέλουν τώρα να πάνε σπίτι τους (και είναι εν μέρει κατανοητό γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη και μοναξιά από τον παροπλισμένο δια της βίας επαγγελματία δημοσιογράφο), αλλά που τώρα υψώνουν το δάχτυλο, χαιρετίζοντας τη μικρή «επανάσταση» της απεργοσπασίας, με την πλατούλα τους στον τοίχο της σύνταξης και το κεφαλάκι τους στο σκέπαστρο της κατοχύρωσης. Ε όχι.

Αφήστε τους υπόλοιπους τουλάχιστον που είναι πιθανόν να μην πάρουν-ουμε σύνταξη ποτέ, που δουλεύουν με μπλοκάκια και τρεις κι εξήντα, που παλεύουν για τα ένσημα δουλειά-δουλειά, που πληρώνουν ασφάλιση από την τσέπη τους, να συνταχθούν πίσω από ένα-έστω και δυσφημισμένο-Σωματείο. Γιατί είναι ντροπή να παίζετε ακόμα τώρα παιχνιδάκια εξουσίας και πολιτικών κινήτρων στις, χωρίς στήριγμα, πλάτες της ελπίδας δεκάδων συναδέλφων. Της ύστατης και πιθανότατα μάταιης ελπίδας που θα πεθάνει τελευταία, αφού πρώτα θα έχουν πεθάνει οι φορείς της στην ψάθα.

---
---
*