Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διορθωτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διορθωτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Διορθωτές εδώ και τώρα!

*
Ανασυγκρότηση
***
*


Έχει παραγίνει το κακό τα τελευταία χρόνια με την κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας από τα τηλεοπτικά κανάλια.

Καθημερινό είναι πλέον το φαινόμενο να εμφανίζονται στους τηλεοπτικούς δέκτες κραυγαλέα λάθη στους τίτλους (τα επονομαζόμενα σούπερ) που συνοδεύουν τα θέματα, που εμφανίζονται.

Η οικονομική κρίση περιόρισε αισθητά την κατηγορία των διορθωτών στις εφημερίδες ενώ στα κανάλια ζήτημα είναι αν υπάρχουν και χρησιμοποιούνται!

Κι όμως αυτοί οι συνάδελφοι (οι διορθωτές) ήταν και είναι οι πλέον εγγράμματοι, συγκροτημένοι και μορφωμένοι στις περισσότερες εφημερίδες. Ήταν οι άνθρωποι που προστάτευαν το κύρος των εντύπων, οι θεματοφύλακες της ελληνικής γλώσσας.

Αντιλαμβάνεστε πόση ζημία προκαλείται διαχρονικά από τη συστηματική ...τιμωρία των ελληνικών, έτσι όπως ανεύθυνα και αβασάνιστα εισβάλουν και προβάλλονται κάθε μέρα στο σπίτι μας και πόσο αρνητικά επηρεάζεται η νεολαία μας.

Κυρίως στις ειδησεογραφικές εκπομπές και τα δελτία ειδήσεων είναι ανεπίτρεπτο να μην εργάζονται διορθωτές, οι οποίοι μπορούν να σώσουν την παρτίδα. Ακούει κανείς ή νομίζετε ότι πρόκειται για δευτερεύον και ασήμαντο θέμα;
---
Χάρης Ξύδης στο FB
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχε η Ανασυγκρότηση
*

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Γιατί εκτιμώ τους διορθωτές των εφημερίδων

*
Ανασυγκρότηση
***
*

Ένας από τους τομείς της δημοσιογραφίας –τις ειδικεύσεις, ας πούμε – που έχω ψηλά στην εκτίμησή μου, είναι αυτός των διορθωτών εφημερίδων (φυσικά και περιοδικών). Είναι οι άνθρωποι για τους οποίους πάντα πίστευα ότι κάτι παραπάνω ξέρουν, τουλάχιστον από εμένα, και όχι απαραιτήτως μόνο στη Γλώσσα – την οποία γνωρίζω με σχετική επάρκεια για δημοσιογραφική χρήση, αλλά πάντα ανακαλύπτω κενά στις γνώσεις μου που με τρομάζουν.


Οι διορθωτές ήταν παραδοσιακά στον Τύπο οι πιο αφανείς δημοσιογράφοι. (Η πρώτη εικόνα διορθωτή που αποτυπώθηκε –όντας πολύ νεαρός τότε, παιδί ακόμα– στο μυαλό μου, ήταν εκείνη του «κύριου Καββαδία». Ένας άνδρας σοβαρός, απόμακρος, λιπόσαρκος, εγκαταστημένος σε μια απόμερη γωνιά του τυπογραφείου πολιτικήςεφημερίδας με υψηλό επίπεδο γραπτών –οπαδός του Πανιωνίου, αν έχει σημασία!– που ήταν σκυμμένος συνεχώς πάνω από τις «διορθώσεις», δηλαδή τα κείμενα της λινοτυπίας αποτυπωμένα σε βρεγμένο χαρτί. Με τη λάμπα χαμηλά, πάνω από το χαρτί, σημείωνε τα λάθη με το μελανί μολύβι του, πάντα σιωπηλός και πάντα καταρρακτώδης σε πληροφορίες για όποια γλωσσική απορία είχα –και είχα τότε πάρα πολλές για να τον διακόπτω στη δουλειά του. Ήταν ο πρώτος δημοσιογραφικός δάσκαλός μου και από τους πολυτιμότερους όπως θα αποδεικνυόταν στην επαγγελματική πορεία μου).

Οι διορθωτές είναι ενδεχομένως το ίδιο αφανείς με εκείνους τους συντάκτες που έκαναν τα «Φαρμακεία», δηλαδή όσα πρωτάκια δημοσιογράφοι είχαν μέσα στις τριτεύουσες αρμοδιότητές τους την επιμέλεια των πινάκων με τα εφημερεύοντα. Αλλά οι διορθωτές διατηρούσαν και διατηρούν την ανεκτίμητη αξία των οργάνων του ανθρώπινου σώματος που λειτουργούν από μόνα τους, χωρίς εντολή τού εγκεφάλου: πνεύμονας, μάτια, καρδιά κ.λπ.

Ο άνθρωπος που δουλεύει αθόρυβα, πίσω από τη δημοσιογραφική σκηνή, για  να φτάσει στον αναγνώστη το κείμενο καθαρό από ανορθογραφίες, σολοικισμούς, βαρβαρισμούς –ακόμα και από πιθανές στρεβλές γνώσεις του συντάκτη–  βρίσκεται αντιμέτωπος ΚΑΙ με χοντράδες που εύκολα εντοπίζονται, αλλά ΚΑΙ με λάθη που καραδοκούν απαρατήρητα, πονηρά και αποφασισμένα να φτάσουν ώς το πιεστήριο και από εκεί να πετάξουν πανελλαδικά στην ελευθερία των περιπτέρων και να κάνουν πασαρέλα στο εκθετήριο των πάγκων των εφημεριδοπωλών της χώρας.

Η Διόρθωση της Εφ.Συν.
Οι διορθωτές της Εφημερίδας των Συντακτών με ένα ωραίο, έξυπνο και φυσικά αλάνθαστο κείμενο που έγραψαν με την ευκαιρία των έξι χρόνων από την πρώτο φύλλο τής συνεταιριστικής έκδοσης, περιγράφουν ανάλαφρα, με εύθυμη διάθεση, λίγα από τα πολλά εμπόδια που συναντούν και που είναι:

«Να κοντράρονται μπροστά στα μάτια σου ο κανόνας της γραμματικής με το "εγώ έτσι το θέλω" του συντάκτη, να παραβλέπεις τους κανόνες στίξης και να δέχεσαι τις αγκύλες εκεί όπου χρειάζονται οι παρενθέσεις (τι διδασκόμουν τόσα χρόνια, γαμώτο;)…
» Να μάχεσαι με τις δημοσιογραφικές λέξεις-μαϊντανούς των κειμένων: "προκειμένου", "καθώς", "υπογράμμισε", "αναμένεται", "φέρεται".
» Να παθητικοποιείς το ανύπαρκτο ενεργητικό "προοιωνίζω" και να μην αφήνεις να... διαρρέει ο υπουργός. 
» Να παραδίδεσαι στη "βιωσιμότητα του χρέους", να μην το αλλάζεις σε "διαχείριση" και να παρακαλάς μέσα σου να μη σώσει...
» Να εγκαταλείπεις τη διάκριση μεταξύ "σορού" και "πτώματος" γιατί δεν θέλει πολλά ο θάνατος».

Ο διορθωτής ζει καθημερινά στις εφημερίδες την αγωνία τού τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Κάποιοι από εμάς του σουτάρουμε καραβολίδες άγνοιας ή προσπαθούμε να παραβιάσουμε την εστία τών γνώσεών του με ανάποδα ψαλίδια ενός ογκώδους επαγγελματικού εγωισμού που προστάζει «μην μου πειράξεις το κείμενό μου, έτσι το θέλω εγώ, με κόμμα πριν από το είτε, πριν από το ή, πριν από το ούτε –και ας το λες εσύ λάθος». Γιατί πάντα έχουμε έγνοια για τα πονήματά μας, τα οποία γράφουμε ορισμένοι με την προσωπική μας –την ιδιωτικής χρήσης– γραμματική.

Ο διορθωτής-τερματοφύλακας (όπως λέει ο φίλος μου ο Μάριος) μπορεί να πραγματοποιήσει την ημέρα δεκάδες σωτήριες αποκρούσεις για να μη φτάσει το λάθος στον αναγνώστη. Αλλά ένα κοροϊδίστικο γκολ να του ξεφύγει, εκτίθεται και μπορεί να ακούσει τα εξ αμάξης, όπως γράφουν στο επετειακό άρθρο τους τα παιδιά της Εφ.Συν (τους τηλεφωνούν οι αναγνώστες: «Μα, είναι δυνατόν να υπάρχει αυτό το λάθος στην εφημερίδα σας; Αγράμματοι είστε;»)

Θα ήθελα πολλά ακόμα να γράψω για τους διορθωτές. Ανάμεσά τους ότι σε αρκετές εφημερίδες η θέση έχει καταργηθεί από χρόνια (απίστευτο φαίνεται, αλλά είναι αληθινό) ή ότι η έλλειψη του διορθωτή φάνηκε στις ιστοσελίδες που λειτουργούν έρημην του και γι αυτό πολλές είναι γεμάτες γλωσσικούς δράκους. Αλλά επειδή στο ίντερνετ τα μεγάλα κείμενα τα τρώει το σκρολάρισμα και η διαγώνια ανάγνωση, θα σταματήσω εδώ –ήδη είναι μεγάλο.

Θα κλείσω με μια προσωπική αλήθεια που δεν διστάζω να μοιραστώ με όσους άντεξαν ώς εδώ και είναι αποφασισμένοι να φτάσουν ώς τις τελευταίες αράδες αυτού του κειμένου. Ότι δηλαδή, οι διορθωτές έχουν σώσει πολλές φορές από γκάφες εφημερίδες στις οποίες δούλεψα σε υπεύθυνη θέση (άρα έσωσαν και εμένα) και ότι τόσα χρόνια μέσα στον Τύπο, κάτι κάτι παραπάνω έμαθα από αυτούς. Μέχρι χθες από τον Νίκο, τον Γιώργο, τον Ντένη. Μέχρι προχθές και αντιπροχθές από τη Γιώτα, την Αυγή, την Κική, τον Μάριο, τον Διονύση, τον Ανδρέα, τον Γιάννη (τους Γιάννηδες), τον κυρ Αντώνη, τον Μανώλη, τον Φώτη –πολλούς άλλους. Και πολύ παλιότερα έμαθα γλωσσικές λεπτομέρειες (μέσα από διαφωνίες, συζητήσεις και συναινέσεις) από μια τετράδα υπέροχων παιδιών υψηλής φιλολογικής και εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης. Τα θυμάμαι και από τη συνεργασία μας και από ένα μικρό βιβλιαράκι, ένα εγχειρίδιο, που μου δώρισαν κάποια Χριστούγεννα, περί τα τέλη της δεκαετίες του ΄80. Ήταν το «Μονοτονισμένη μουσική», μια έκδοση του 1986 του Στέλιου Ράμφου (δεν τον γνώριζα ως όνομα τότε) για το μονοτονικό που είχε μπει στη ζωή μας. Στην αφιέρωσή τους μού έγραφαν, φυσικά με δασείες, ψιλές και περισπωμένες: «Ου παντός των δημοσιογράφων ελληνίζειν… Καλά Χριστούγεννα». Υπογραφές: Αναστασία Λ., Παναγιώτης Ζ., Ανέζα Ζ., Λεωνίδας Κ.

Όλα αυτά τα παιδιά που ανέφερα με τα βαπτιστικά τους ονόματα  –και πολλά άλλα που παρέλειψα ή ξέχασα– τα εκτιμώ βαθιά για τη δουλειά τους και τα ευχαριστώ για τη συνεργασία μας και, ακόμα, γιατί βοήθησαν τα κείμενά μου να φτάνουν όσο πιο καλοσιδερωμένα γίνεται στη σελιδοποίηση. Ας μου συγχωρέσουν ότι πάνω από όλους εκτιμώ και ευχαριστώ έναν: τον «κύριο Καββαδία», εις μνήμην του οποίου θα αφιερώσω τούτο το κομμάτι.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Ξέρω, αν αυτό το κείμενο γραφόταν για εφημερίδα, οι διορθωτές όλο και κάτι θα του εύρισκαν. Μπορεί και πολλά. Τυπογραφικά λάθη, αβλεψίες, γλωσσικά λαθάκια, «κακώσεις» στη στίξη, «ν» που έπρεπε να μπουν και δεν μπήκαν, «ν» που μπήκαν και δεν χρειάζονταν, τόνοι που δεν ήταν απαραίτητοι σε κάποια άρθρα κ.ά. Είναι κάτι ψείρες αυτοί οι διορθωτές, άλλο πράγμα…

** Το κείμενο με την ένδειξη «Συνάκτης: Η Διόρθωση» το βρήκαμε στους Zoornalistas, εδώ, και ήταν αναδημοσιευμένο από το σάιτ της Εφ.Συν, εδώ
** Τη πρώτη φωτογραφία που εικονογραφεί τούτο το κείμενο πήρανε από παλαιότερο θέμα του lifo.gr. Εικονίζει τυπογραφείο άλλων εποχών και πάνω στο μάρμαρο μια στήλη της λινοτυπίας και το χαρτί της διόρθωσης που έχει πάει και έχει επιστρέψει από το τραπεζάκι του διορθωτή.

Διον. Βραϊμάκης
---
harddog
---
*

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Σφύριξα και έληξες στο ΒΗΜΑ

*
Ανασυγκρότηση
***
*


Ότι θα έμπαινες στο ΒΗΜΑ (στο ΒΗΜΑ ε;) και θα σου εκσφενδονιζόταν το ένα μαργαριτάρι μετά το άλλο, guys πριν χρόνια άμα μας το λέγατε crazy θα σας περνούσαμε! Προχτές μας είχαν φάτσα κάρτα το «του ομογενή», today το τερμάτισαν επίσης. Έχει λέει «λείξει»… Άντε να βγάλει άκρη ο αναγνώστης!

Ρε; Πάρτε κανα διορθωτή να ρίχνει ένα μάτι! Ντροπή πια! Μεγαλώσαμε με καθηγητές που μας προέτρεπαν να διαβάζουμε ΒΗΜΑ και ΝΕΑ για να φτιάξουμε λεξιλόγιο, να μάθουμε ορθογραφία! Hello ρε αίσχος πια! Λήξει με «ει» δημοσιεύουν οι απίθανοι! Και γιατί δηλαδή δεν το μπουμπουνίσατε με «οι». Πώς το καταλήξατε το συλλογισμό σας; … Όχι πείτε μας, ενδιαφέρον θα χει!

Με τα πόδια τούς βάζουν να γράφουνε; Άνθρωπος διορθωτής ούτε για δείγμα; Νταξ για τους journalists δεν το συζητάμε, από τους πλέον ανορθόγραφους στο country! Αλλά τα αφεντικά τι κάνουνε; Δεν μπορούνε να προσλάβουνε διορθωτές; Περιττούς τους θεωρούν λες και έχουν ανοίξει μπακάλικο; Έλεος…

Σόρυ, «αίλαιως» για να μιλήσουμε στη γλώσσα τους, μπας και συνεννοηθούμε!
---
mini-Opinion 
Γ.Δ.
---
*

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

TA NEA και το "Χάος" που έγινε "Χάρος"...

*
Ανασυγκρότηση
***
*

Ο Χάρος των ΝΕΩΝ


Το ξέρουμε. Ότι από τη στιγμή που οι διορθωτές έχουν γίνει είδος προς εξαφάνιση στα ΜΜΕ μπορείς σε οποιαδήποτε σοβαρή εφημερίδα και σε οποιοδήποτε μεγάλο σάιτ να δεις μαργαριτάρια που θα σου κουδουνίσουν τον εγκέφαλο. Εις γνώση σου!

Αλλά άλλο αυτό βρε guys και άλλο να κοψοχολιάζεσαι κιόλα! Χάος στους δρόμους θέλανε να γράψουνε στην ιστοσελίδα των ΝΕΩΝ με αφορμή το μπλακ άουτ, «Χάρος» μπουμπούνισαν! Και σκιαχτήκαμε! Μέχρι που θυμηθήκαμε…

Ένας διορθωτής βρε guys πια! Θα μας πεθάνετε!


---
mini – Opinions
της Γιώτας Δημητρακοπούλου/enimerosi24
---
*

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

"Θέλω ακόμα να υπηρετήσω τα αχάριστα γράμματα"

*
Ανασυγκρότηση
***
*

Μια διορθώτρια του ΔΟΛ
και μια λυπητερή ιστορία από το μέλλον


Χρειάστηκε να φτάσουμε στο ψυχορράγημα του ΔΟΛ, για να θυμηθούμε ότι εκτός από εκείνους που υπογράφουν τα κείμενά τους, υπάρχουν και οι αφανείς εργάτες της δημοσιογραφικής θαλάσσης - και αυτοί οι εργάτες έχουν πρόσωπο και ονοματεπώνυμο. Υπάρχουν οι άνθρωποι της λάντζας, οι διορθωτές, οι γραφίστες, οι τεχνικοί, οι κλητήρες, οι καθαρίστριες.

Στο φύλλο της Πέμπτης των «Νέων», αυτό με τα 172 κεφαλάκια, δόθηκε μια στήλη σε μια διορθώτρια, τη Σοφία Αδαμαντίδου, που μιλά για τη δουλειά της στον ΔΟΛ και για την αγωνία των τελευταίων μηνών. Για το άγχος, την κούραση, αλλά και την περηφάνια που αντλούσε επί 17 χρόνια από την εργασία της, την οποία σήμερα κινδυνεύει να χάσει για πάντα. Μιλά ως «αφανής κρίκος της εκδοτικής αλυσίδας», διαχωρίζοντας τον εαυτό της από «τους μεγαλοδημοσιογράφους και τους υπόλοιπους αρθρογράφους», που εμείς διαβάζουμε.

Μόνο όταν ο Τιτανικός βουλιάζει, τα ΜΜΕ δίνουν βήμα στο πλήρωμα. Συνήθως μιλάνε οι καπετάνιοι, οι αξιωματικοί. Ας θυμηθούμε τι συνέβαινε όταν έκλεισε το Αlter, όταν πολλά κανάλια επέτρεπαν σε «απλούς εργαζόμενους» να πουν τον πόνο τους. Οι εργαζόμενοι αποκτούν φωνή μόνο όταν φτάνουν ναυαγοί στο ξερονήσι της ανεργίας. Όσο μοχθούν στα αμπάρια είναι αόρατοι.

Η θέση των διορθωτών σε μια εφημερίδα δεν είναι πρώτο τραπέζι πίστα, τραπέζι «καλτσάτο», όπως το λένε οι νυχτοπερπατημένοι. Οι άνθρωποι αυτοί των μετόπισθεν εργάζονται με το πιο σκληρό ωράριο ενώ η εισαγωγή της αυτόματης διόρθωσης ήταν η δικαιολογία για να απολυθούν πολλοί και να γίνει ακόμα πιο εντατική και δύσκολη η δουλειά εκείνων που έχουν απομείνει.

Δεν είναι μόνο τα κομπιούτερ που μείωσαν τις θέσεις εργασίας των διορθωτών. Είναι και οι μειωμένες απαιτήσεις των αφεντικών. Αφήστε που συχνά οι τελευταίοι είναι πολύ πιο αγράμματοι από τους υπαλλήλους τους ή μάλλον η κουλτούρα τους είναι κοσμική μεν πρωτόγονη δε. Η έγνοια για τη γλώσσα, την ακρίβεια, ακόμα και την κομψότητα της έκφρασης ανήκει στο παρελθόν. Χοντρά γραμματικά και πραγματολογικά λάθη και ακυρολεξίες βρίσκονται παντού: στον χάρτινο και τον ηλεκτρονικό Τύπο, στον προοδευτικό και τον συντηρητικό.

Τα έντυπα του ΔΟΛ, όπως και άλλων ομίλων, δεν τα έχτισαν μόνο ο Πρετεντέρης και τα πρετεντεροειδή, αλλά και οι μακρινοί συγγενείς εκείνων που έχτισαν τις Πυραμίδες ή τη «Θήβα την εφτάπυλη». Πάνω από τα κεφάλια των 500 δεν πλανιέται μόνο το φάντασμα της οικονομικής εξαθλίωσης, αλλά και της επαγγελματικής απαξίωσης, του ακυρωμένου μέλλοντος. Το γεγονός ότι το φάντασμα αυτό έχει πια εγκατασταθεί στη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων δεν σημαίνει ότι μπορούμε να σφυρίζουμε αδιάφορα.

«Θέλω ακόμα να υπηρετήσω τα αχάριστα γράμματα»

Το 1925 πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα ο Ιωάννης Αρσένης, ένας λόγιος από την Κεφαλονιά ο οποίος από το 1881 και για 25 χρόνια εξέδιδε την ετήσια επιθεώρηση Ποικίλη Στοά, ένα πολυσέλιδο ημερολόγιο με φιλολογικά, ιστορικά κι εγκυκλοπαιδικά κείμενα. Αφού του έκαναν έξωση από το μικρό σπίτι όπου έμενε, στην οδό Αχαρνών, κάποιος του βρήκε ένα καμαράκι στην οδό Σκοπέλου, στην Κυψέλη.

Είναι αυτονόητο ότι δεν θεωρούμε νομοτελειακή μια τέτοια σκληρή τύχη για τους αφανείς εργαζόμενους του ΔΟΛ και τους χιλιάδες απολυμένους ή απλήρωτους των ΜΜΕ. Χρειάζεται αγώνας ακριβώς για να αποτραπεί μια τέτοια κατάληξη. Ίσως όμως αξίζει να ακούσουμε όμως το παράπονο και το όνειρο του ίδιου του Αρσένη, όπως το διέσωσε ο Κωστής Μπαστιάς, που το 1932 έγραψε γι’ αυτόν στο περιοδικό «Εβδομάς».

Το κείμενο που ακολουθεί, το απόσπασμα για την ακρίβεια, είναι σπαρακτικό, όχι γιατί μιλά για δύσκολα περασμένα χρόνια, αλλά γιατί μας θυμίζει τα δύσκολα χρόνια, τα τωρινά. Σαν να ’ρχεται από το κοντινό μέλλον και όχι από το παρελθόν. Εβδομήντα και βάλε ήταν τότε ο Αρσἐνης, σαν να λέμε ενενηντάρης με τα σημερινά δεδομένα.
Το παράπονο του «καλλίτερου διορθωτή»
«Στην οδό Σκοπέλου πήγαμε να τον δούμε μαζί με τον φίλο γιατρό Κελεμένη.
Ένα δωμάτιο μικρό, σε μια αυλή. Μέσα στο δωμάτιο ένα κρεββάτι και γύρω σωριασμένα φύρδην μίγδην τα πράγματά του. Παρηγοριά του μοναχή το καμινέτο που ψήνει μόνος του λίγο καφεδάκι και το τσιγάρο. Μόλις μας βλέπει, αρχίζει ένα κλάμμα που δεν είχε τελειωμό. Θέλει να μιλήση μα δεν τα καταφέρνει από το δάκρυ, από την συγκίνηση. Κάποια στιγμή ησυχάζει.
Ποτέ μου, μας λέει, δεν περίμενα τέτοια υστερνά. Από το γραφείο μου της Ποικίλης Στοάς είχανε περάσει οι αριστείς του πνεύματος και της τέχνης και η Ποικίλη Στοά στάθηκε σταθμός στο είδος της. Υπηρέτησε γενεές ολόκληρες. Λανσάρισα ανθρώπους, βοήθησα κόσμο, υπηρέτησα τα γράμματα του τόπου σαν στρατιώτης πιστός και φανατικός και να ποια η αμοιβή του. Αν κανένας άνθρωπος, απ’ αυτούς που διάβασαν το άρθρο σας για μένα στην Πρωία με θυμηθή, μου στέλνει ή μου φέρνει λίγη τροφή ή λίγα τσιγάρα, αν όχι, μπορώ να μείνω νηστικός και να πεθάνω ακόμα από πείνα χωρίς κανένας να το πάρη μυρωδιά. Ποτές δεν φαντάστηκα πως ύστερ’ από τόσων χρόνων αγώνες, θα θεωρώ ένα άσυλο, του Λάμψα το γηροκομείο [σσ.: πρόκειται για τη δωρεά της οικογένειας Λάμψας, το κτίριο που ακόμα βρίσκεται στη λεωφόρο Κηφισίας], ως ιδανική λύση γι’ αυτά τα ταλαιπωρημένα χρόνια μου. Κι όμως, δεν ζητάω καλλίτερη τύχη εν ονόματι των περασμένων και μόνο. Νοιώθω πως δεν είμαι ακόμα συνταξιούχος της δράσεως. Αισθάνομαι κέφι για δουλειά, Θέλω ακόμα να υπηρετήσω τα αχάριστα γράμματα. Ακόμα αν μ’ έπαιρναν και σαν διορθωτή. Είμαι ο καλλίτερος και κάτι που είχε η Ποικίλη Στοά είναι πως στάθηκε το μόνο περιοδικό που δεν είχε λάθη τυπογραφικά. Στολίδι που κανένα έντυπο δεν είχε να παρουσιάση. Νοιώθω πως κάτι ακόμη μπορώ να φτιάξω, πως κάτι μπορώ να καταφέρω. Αν όμως πάλι τούτο αδύνατο, και πρέπει όπως και να ’ναι να πάω κάπου, ένα ζητάω, το καμαράκι που θα μου δώσουνε να μ’ αφήσουνε να το στολίσω μόνος μου και να πάρω δίπλα μου τ’ αγαπημένα μου βιβλία. Τούτο μόνο θέλω, και νομίζω πως δεν ζητάω μια χάρη που δύσκολα μπορεί να γίνη σ’ έναν άνθρωπο. Σ’ ένα τέτοιο καμαράκι, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, θα περάσω ήσυχα τα τελευταία μου χρόνια και θα κλείσω τα μάτια μου με τη χαρά πως η ζωή μού ’δωκε ό,τι καλλίτερο μπορούσε: λίγο χώρο που ήσυχα από κει να καμαρώνω τα πρωινά τον ήλιο και της νύχτας τ’ άστρα και το φεγγάρι, τους άκακους αυτούς μάρτυρες κάθε χαράς και κάθε δυστυχίας.
(Πηγή: Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί περίπατοι, Β΄τόμ., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002)
Επίλογος

Δεκάδες χιλιάδες είναι οι εργάτες των γραμμάτων, δημοσιογράφοι, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, γραφίστες, ποιητές και πεζογράφοι (ας μη μιλήσουμε για μουσικούς, ζωγράφους, ηθοποιούς) που αν και πολύ νεότεροι από όσο ήταν πριν εκατό χρόνια ο Αρσένης, βλέπουν το μέλλον τους εξίσου σκοτεινό. Δεν γυρεύουν ένα καμαράκι στο γηροκομείο. Αυτό που γυρεύουν, την ίδια την ανθρωπιά τους, δεν μπορεί να τους το δώσει ένας απάνθρωπος κόσμος. Όλοι αυτοί τώρα παροπλίζονται, η κοινωνία ολόκληρη μοιάζει να τους λέει ότι είναι περιττοί, αχρείαστοι.

Η ανεργία γίνεται πιο αβάσταχτη όχι μόνο όταν τρέχουν οι υποχρεώσεις, όταν έχεις παιδιά, σκυλιά, αλλά και όταν έχεις αποκτήσει μια ειδίκευση στη διάρκεια του εργασιακού σου βίου. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε ένα χρόνο (Νοέμβρης 2015 - Νοέμβρης 2016), το ποσοστό των ανέργων ηλικίας 55-64 ετών αυξήθηκε από 17,3% σε 19,3%. «Απολύουν τους γονείς και προσλαμβάνουν με τα μισά λεφτά τα παιδιά τους», είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ενός άρθρου του Χρ. Κάτσικα στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Διορθωτές χωρίς κείμενα να διορθώσουν, δημοσιογράφοι χωρίς ΜΜΕ να μιλήσουν και να γράψουν, οικοδόμοι χωρίς οικοδομές να σκαρφαλώσουν, υφαντουργίνες χωρίς αργαλειούς, τεχνίτες χωρίς εργοστάσια να δουλέψουν, δάσκαλοι χωρίς μαθητές να διδάξουν, ηθοποιοί χωρίς σκηνή, μουσικοί χωρίς πάλκο. Το λάθος δεν βρίσκεται κάπου, «κατά βάθος», όπως τραγούδησε ο Κηλαηδόνης. Το λάθος πια έχει ανέβει στον αφρό, στέκεται στο λαιμό μας σαν ψαροκόκαλο.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ
---
πηγή: www.kommon.gr
---
*